Πέμπτη, 11 Νοεμβρίου 2010

Με όποιο δάσκαλο καθίσεις….

Ο μαθητής είναι το πλέον παιδικό επάγγελμα των ανεπτυγμένων κοινωνιών. Από τη στιγμή που η εκπαίδευση γενικεύτηκε και η φοίτηση έγινε υποχρεωτική , το παιδί περνά τα πιο κρίσιμα στάδια της ζωής του μέσα στο χώρο του σχολείου.  Όπως μέσα στην οικογένεια πρωταγωνιστές και πρότυπα προς μίμηση για το παιδί είναι οι γονείς του , έτσι και στο σχολείο, ο δάσκαλος λειτουργεί ως μια καθοδηγητική δύναμη στη ζωή του μαθητή. Ασκεί βαθιά επιρροή στη ζωή του και κατευθύνει ως ένα μεγάλο βαθμό την μελλοντική πορεία της ζωής του. Και πράγματι, δεν θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε ότι ένα μεγάλο μέρος της ζωής των παιδιών περιστρέφεται γύρω από αυτόν.  Ο δάσκαλός αποτελεί το πρότυπο εκείνο που με τη στάση και τη συμπεριφορά του θα επηρεάσει καταλυτικά το χαρακτήρα, την ψυχοσύνθεση, την αυτοεικόνα και αυτοαντίληψη του παιδιού και ταυτόχρονα θα συμβάλλει στη μετάδοση μορφών και τρόπων εργασίας και συνεργασίας καθώς και ανάλογων μορφών συμπεριφοράς.
Απ’ τη στιγμή που ξεκινά το «ταξίδι» της εκπαίδευσης,  ο μαθητής έρχεται  αντιμέτωπος με μια πλειάδα  διαφορετικών τύπων εκπαιδευτικών απ’ τους οποίους, κάποιους αντιπαθεί και απορρίπτει, άλλους απλώς τους δέχεται χωρίς να τον εντυπωσιάζουν και  άλλους τους εξιδανικεύει, γιατί η επιρροή που ασκούν πάνω του είναι ομολογουμένως καταλυτική στη διαμόρφωση της προσωπικότητάς του. Στις παρακάτω γραμμές αναφέρονται τρεις βασικοί τύποι δασκάλων που συναντώνται στο χώρο της εκπαίδευσης γενικότερα καθώς και η επίδραση που ασκείται στο μαθητή από την εκάστοτε συμπεριφορά των πρώτων.
Αυταρχικοί εκπαιδευτικοί που κατευθύνουν και καθορίζουν μόνοι τους το σχεδιασμό και την υλοποίηση της εκπαιδευτικής διαδικασίας , δεν επικοινωνούν με τους μαθητές, δε δείχνουν κατανόηση, είναι ευέξαπτοι χωρίς υπομονή, εξοργίζονται εύκολα και χρησιμοποιούν με μεγάλη ευκολία το σύστημα ποινών, διδάσκουν στους μαθητές την επιθετικότητα και την αυταρχική συμπεριφορά. Δεν είναι καθόλου τυχαίο  το γεγονός της αυξημένης ενδοταξικής ή ενδοσχολικής βίας από μαθητές που καθημερινά βιώνουν την απορριπτική αυταρχικότητα του δασκάλου τους. Συνήθως από αυτή την κατηγορία εκπαιδευτικών,  παρατηρείται και η επιεικώς απαράδεκτη συμπεριφορά να απομονώνουν αδύνατους , κατά τη γνώμη τους , μαθητές στα τελευταία θρανία και να τους εγκαταλείπουν εκεί αγνοούμενους , χωρίς να τους προσφέρουν το παραμικρό κίνητρο συμμετοχής στις σχολικές δραστηριότητες. Απευθύνονται σε αυτούς μόνο για να τους επιπλήξουν με αποτέλεσμα μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα οι τελευταίοι να αντιλαμβάνονται που τους έχει κατατάξει ο δάσκαλος και αν και επιθυμούν την επαφή μαζί του, διστάζουν να την αναζητήσουν φοβούμενοι την απόρριψη.
Αντιθέτως, υπερβολικά χαλαροί εκπαιδευτικοί που αφήνουν την τάξη «πλοίο ακυβέρνητο» προσφέροντας πλήρη ελευθερία στις κινήσεις και αποφάσεις των μαθητών , που δεν αξιολογούν αλλά αρκούνται στο να δίνουν απαντήσεις στις ερωτήσεις των μαθητών , διδάσκουν την αναρχία, την παθητικότητα και φυσικά την αδιάφορη συμπεριφορά.  Σε μια τέτοια τάξη απουσιάζει η δημιουργική αλληλεπίδραση μεταξύ των πρωταγωνιστών της εκπαιδευτικής διαδικασίας και καθώς ο ίδιος ο μαθητής αναλαμβάνει ηγετικό ρόλο , οδηγείται σε συνεχείς αποτυχίες που μειώνουν την αποδοτικότητα αλλά και την αυτοπεποίθηση του.
Πολλοί εκπαιδευτικοί τείνουν να συγχέουν ή να θεωρούν παραλλαγή της αδιάφορης συμπεριφοράς, τη δημοκρατική. Ίσως υιοθετούν τη στάση αυτή επειδή είναι βολική. Η μεν αδιάφορη συμπεριφορά θέλει το δάσκαλο να αδρανεί και να αναλαμβάνει ηγετικό ρόλο ο μαθητής, η δε δημοκρατική απαιτεί από τον εκπαιδευτικό να βρίσκεται σε διαρκή επαγρύπνηση και εγρήγορση , να συντονίζει , να παρωθεί, να παρέχει κίνητρα μάθησης και επιτυχίας, αλλά ταυτόχρονα να ασκεί  εποικοδομητική κριτική στην εργασία του μαθητή δημιουργώντας έτσι ένα κλίμα φιλικό, ευχάριστο και αναμφισβήτητα δημιουργικό.  
Είναι επίσης γνωστό ότι ο δάσκαλος δεν αντιμετωπίζει όλους τους μαθητές με τον ίδιο τρόπο, αλλά διαφοροποιεί την συμπεριφορά του κατά περίπτωση. Βασισμένος στις προσωπικές του εμπειρίες αλλά και σε δεδομένα του μαθητή , που δεν είναι πάντα αντικειμενικά , διαμορφώνει μία γνώμη η οποία ρυθμίζει τη συμπεριφορά του απέναντί του. Οι προσδοκίες που τρέφει ο δάσκαλος για τους μαθητές, μετατρέπονται τελικά σε μια αυτοεκπληρούμενη πρόγνωση, πραγματική προφητεία που μπορεί να δημιουργήσει άριστους μαθητές με κίνητρα μάθησης και επιτυχίας όπως επίσης και αδύναμους και μάλλον περιθωριοποιημένους μαθητές με χαμηλό αυτόσυναίσθημα και έλλειψη αξιοσύνης.
Μπορεί λοιπόν κανείς να αντιληφθεί από όλα τα παραπάνω ότι ο τύπος του δασκάλου ασκεί καθοριστική επίδραση στη ζωή του παιδιού ως πρότυπο συμπεριφοράς  και κοινωνικής αλληλεπίδρασης. Η σωστή παιδαγωγική σχέση εξάλλου είναι μια σχέση αμοιβαιότητας που πρέπει να θεμελιώνεται στην αγάπη του παιδαγωγού προς το παιδί από τη μία μεριά και στην εμπιστοσύνη του παιδιού προς το δάσκαλο από την άλλη και αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνο όταν ο μαθητής αισθανθεί το πραγματικό ενδιαφέρον του εκπαιδευτικού.  Στο δάσκαλο φτάνουν παιδιά από όλα τα κοινωνικά στρώματα και η διαφορετικότητα που διακρίνει καθένα από αυτά είναι αναντίρρητα υπαρκτή και εμφανής. Τα παιδιά αυτά, με τις τόσο δυσανάλογες προϋποθέσεις και αφετηρίες  διαφορετικών κοινωνικοοικονομικών στρωμάτων, μορφωτικού δυναμικού και γλωσσικού ακόμα κώδικα, πρέπει να οδηγηθούν στην εκπλήρωση του ίδιου σκοπού που δεν είναι άλλος από την προετοιμασία για την ίδια τη ζωή. Έχοντας υπόψη του ο δάσκαλος ότι μορφώθηκε στο παρελθόν για να μορφώσει στο παρόν και να παρέχει μόρφωση για το μέλλον, προβάλλεται επιτακτική η ανάγκη για εμβάθυνση στον ψυχοπαιδαγωγικό τομέα, ώστε να γίνει ικανός να εκτιμήσει σωστά την ιδιαίτερη κατάσταση και ιδιορρυθμία της προσωπικότητας κάθε παιδιού και να το αντιμετωπίσει με ψυχική συμπάθεια και επιστημονική σταθερότητα.
.
Ενδεικτική Βιβλιογραφία:
Πυργιωτάκη Ιωάννη Ε. «Εισαγωγή στην παιδαγωγική επιστήμη», εκδ. Ελληνικά Γράμματα, 1999
Πυργιωτάκη Ιωάννη Ε. « Η κοινωνιολογία της εκπαίδευσης», εκδ. Γρηγόρη, 1998



1 σχόλιο: