Τρίτη, 9 Αυγούστου 2016

Άμα δείτε το χαμόγελο, πείτε του να κατέβει.



Έλα λοιπόν, χαμογέλασέ μου ...
με εκείνο το χαμόγελο το αινιγματικό σου,
 που τον παράδεισό μου ανοίγει.
Ήλιος λαμπερός που αναπαύεται νωχελικά πάνω σε δύο χείλη,
κρατώντας τη φλογισμένη ανάσα του.
Μην τύχει και κάψει τα  φτερά μου,
εκείνα που μου κάρφωσες ψηλά να με σηκώνουν ,
πάνω από τα ουράνια διανύσματά σου.
Κλείνω τα βλέφαρα...
Κάθε ηλιοβασίλεμα , 
με τα μάτια της ψυχής ακουμπώ το δέρμα του ουρανού σου.
Πορφυρό, με φλέβες χρυσές που χύνονται μες στον υγρό ορίζοντα.
Σουρουπώνει...
Το μούχρωμα σκεπάζει το χαμόγελο.
Το δειλινό πάντα κρύβει θλίψη.
Το μαύρο κρύβει πάντα θλίψη.
Τι χρώμα κι αυτό!
Επινόηση του ανθρώπου 
για το ανεκπλήρωτο και το ανικανοποίητο της φύσης του.
Μόλις που μπορώ να διακρίνω το σχήμα της αλήθειας σου καθώς νυχτώνει.
Τόσο μεγάλη η νύχτα γύρω μου ,
που μέσα στην τύρβη της αφέγγειας
 κρύφτηκαν οι λεπτομέρειες κι έχασα το πρόσωπό σου.
Δεν την θέλω τη νύχτα, με φοβίζει.
Από παιδί με φόβιζε να ψηλαφώ το άγνωστο.
Χάνεσαι προτού βρω τα λόγια που δεν βρίσκω να σου πω.
Σιωπές που ξέφυγαν απ' την πορεία  τους κι εκτροχιάστηκαν.
Να σε προφθάσουν προσπαθούν με όποιο μέσο διανυκτερεύει απόψε.
"Άμα δείτε το χαμόγελο, πείτε του να κατέβει!"

Όμως εδώ που βρίσκομαι ο ουρανός μου λείπει...

Ολέθρια η συνήθεια, Ήλιε μου,  να σε αναζητώ.

Τρίτη, 19 Ιουλίου 2016

Βήματα


Χέρια τρεμάμενα,  
αναζητούν να κρυφτούν μέσα σε μια παλάμη σιγουριάς.
Αγγίγματα που μαρτυρούν πολλά και όμως δεν μιλούν.
Βήματα δειλά , αδέξια,
άλματα και στροβιλίσματα, δυο σώματα σμίγουν αγκαλιαστά.
Μια μυσταγωγική ένωση ξεκινά...
Ο χρόνος διαστέλλεται...
Χόρεψέ με, να χάσω το μυαλό μου.
Χόρεψέ με, να γίνω η ψυχή.
Να βρω κάτι από τον εαυτό μου,
να πιαστώ από το υπέρτατο εκείνο φως σου,
- την παιδική αστροφεγγιά της καρδιάς μου.-
Μάθε μου να περπατώ.
Βήμα το βήμα να σ’ ανακαλύπτω
Βήμα το βήμα να ξεκλειδώνω τα μάτια σου που μου μιλούν
καθώς τα βλέμματά μας διασταυρώνονται.
Βήμα το βήμα να ψηλαφώ την αλήθεια σου, 
-αυτή που σε ορίζει.-
Μη μιλάς, κράτα με κοντά στο σώμα σου, μη μ’ αφήνεις και κοίταζέ με.
Τα χέρια σου τα δυνατά , 
δρόμοι να γίνονται που οδηγούν τον κόσμο μου,
για να ακουμπώ την ψυχή μου πάνω σου και αυτή να ξεκουράζεται.
Από ποιον ουρανό να πέσαμε ο ένας στην αγκαλιά του άλλου...