Τετάρτη, 24 Απριλίου 2013

Αντικατοπτρισμοί (2)






- Εδώ και μέρες στο μυαλό μου πάνε κι έρχονται οι σκέψεις.

Όλο μιλούν, παραπονούνται, ευθύνες μου καταλογίζουν.

Για τα όνειρα που έπεσαν νεκρά από τα πυρά της ματαιότητας.

Άφησέ με το χέρι σου να πιάσω.

Από ένα σφυγμό ζωής να κρεμαστώ.

Τώρα, στην έσχατη την κρίση,

που η καρδιά μετράει τ' ανάστημά της.

Να μοιράζονται οι λέξεις,

να μη βρίσκει η παράνοια έδαφος το δίχτυ της ν' απλώσει.

Πώς γίνονται έτσι οι ζωές;

Κουφάρια σάπια, σακατεμένα,

μοναχικά κι απεγνωσμένα

να παραδέρνουν μέσα στα κουρασμένα κύματα.

Γράμματα αδιάβαστα, κλειδωμένα σε συρτάρια

που δεν τολμήσαμε να ξεκλειδώσουμε.

Από φόβο μήπως το φως προδώσει την αλήθεια.

Εκείνη που πονάει περισσότερο.

Κι εκείνο το όνειρο που κάποτε μου έταξες

με δέρμα ζεστό και κόκκινο βλέμμα;

Εκείνο που μύριζε ζωή.

Ο  ήλιος αυτός , ο λαμπερός,

πώς άφησες να δύσει!

Τι προκάλεσε αυτή την αλλαγή;

Τι έκανες;

Τι έκανα;

Έλα, έλα μαζί να το βρούμε.

Μαζί να ψηλαφίσουμε την κάθε αλήθεια που μας ορίζει.

Στα μάτια να μπορώ να σε κοιτώ.

Στα μάτια να μπορείς να με κοιτάς.

Τον εαυτό μου μέσα σου να δω χωρίς πια να φοβάμαι.


- Πάψε, πάψε πια να μου μιλάς

είναι μεσάνυχτα, οι ζωντανοί σωπαίνουν.

Κανείς ποτέ δεν τόλμησε με είδωλα να τα βάλει.

Επίθεση κατά μέτωπο να εξαπολύσει

με μεσάζοντες υποσυνειδήτου.

Το μάταιο της ύπαρξής σου ασπίδα κράτησε

αν θες με όνειρα θηρία να τα βάλεις.

Καθρέφτες δεν υπάρχουν το όνομά σου να φωνάξεις

κι εκείνοι πίσω να το φτύσουν.

Συλλαβή - συλλαβή να στο επιστρέψουν.

Για κάθε σου σιωπή.

Για κάθε δισταγμό.

Για κάθε στιγμή λιποταξίας

που έκρυψες στον ουρανό σου. 



"Είν' από χρόνια που λες
που έχω στα λόγια αναβολές
γι' αυτό και δε μίλαγα.
Παραμίλαγα."


Παρασκευή, 5 Απριλίου 2013

αδέσποτα κι ακτήμονες






Στη γωνία του δρόμου ένα σκυλί κλαίει.

Ουρλιάζει σπαραχτικά για τ' άδικο όλου του κόσμου.

"Δε χρειάζεται να ξεσκαρτάρετε τ' αδέσποτα ο τόπος για να καθαρίσει. Τη  βρωμιά  και
τη δυσωδία μιας σάπιας ηθικής  δε φτάνει να καλύπτετε μ' αρώματα πολυτελείας."

Το παράπονό του με διαπερνά...

Ο αέρας στενεύει στο λαιμό μου.

Σκοτάδι  με πνίγει και πώς να βρω τον τρόπο την καρδιά του να τρυπήσω.

Πλήγμα ανεπανόρθωτο, πώς να καταφέρω σε έναν παράφορο καημό.

Το στόμα μου ματώνει...

Τα μάτια μου συνθλίβονται σε σύγκρουση μετωπική με τη δική του αλήθεια.

Μια εποχή μου μεταφράζουν...

Καθρέπτες γίνονται, το πρόσωπό μου αντικατοπτρίζουν.

Είδωλα φεύγουν κι έρχονται ,καθώς τα βλέφαρα ανοιγοκλείνουν.

Στιγμές   πεθαίνουν,

αγάπες   ψυχορραγούν,

απόπειρες  ύπαρξης , όχι ζωής.

Και πώς αλήθεια να αναμετρηθείς με  μια  αλγεινή απώλεια!

Πώς τις συναισθηματικές αποτυπώσεις να υποτάξεις  για  τ' ανεκπλήρωτα των ανθρώπων!

"Δυστυχία είναι , σου λέω, να μην έχεις  να μοιραστείς,  κάπου να ακουμπήσεις.

Κι ας νιώθεις  πως το έδαφος της κτήσης σου είναι σαθρό."

Τη θλίψη του δεν κατάφερα  ποτέ να εξημερώσω.

Και το φεγγάρι κατακόκκινο, σαν αίμα ξεπηδούσε μέσα από τα μάτια του.