Τρίτη, 16 Νοεμβρίου 2010

Television Television πόσο μ’ αρέσεις!


                                                                                                                           Quino "Mafalda"


Dad: "What are you watching Mafalda?"  
Mafalda: "The fight." 
Dad: "But... it's a soap opera! What fight are you talking about?"
Mafalda: "The writer's fight. It's fascinating seeing the writer's struggle to escape the clutches of intelligence."
                  Η  τηλεόραση αποτελεί χωρίς αμφιβολία και υπερβολή, το σημαντικότερο ίσως μέσον προβολής και δημιουργίας προτύπων τόσο για τους ενήλικες όσο – και ίσως πολύ περισσότερο- για την αναπτυσσόμενη και ευαίσθητη ψυχή των παιδιών και των εφήβων. Όπως άλλωστε και το διαδίκτυο, έτσι και η τηλεόραση μπορεί δυνητικά με  ορθή, εγκρατή και συνειδητοποιημένη  χρήση να μετατραπεί σ’ ένα άριστο όργανο παροχής πληροφοριών, γνώσεων αλλά και σ’ ένα μέσον ψυχοσυναισθηματικής ανάλγησης και ικανοποίησης. Δυστυχώς όμως, τα προβαλλόμενα και αποδεκτά για τη σημερινή κοινωνία μας πρότυπα, αλλά και ο τρόπος παρακολούθησης και χρήσης της τηλεόρασης από παιδιά και ενήλικες σε καμία περίπτωση δε δύναται να  αποβεί δημιουργικός και παραγωγικός σε γνωστικό, ψυχοσυναισθηματικό αλλά και κοινωνικό επίπεδο.
                Καθημερινά το παιδί γίνεται θεατής της υστερίας που καταβάλλει ορισμένους , να δαπανούν υπέρογκα  χρηματικά ποσά για το γύρισμα μικρών, ευχάριστων , διαφημιστικών, τηλεοπτικών ταινιών με πρωταγωνιστές γνωστά κυρίως πρόσωπα της δημόσιας ζωής, που φαντάζουν στα μάτια του  ήρωες και αληθινά πρότυπα συμπεριφοράς. Το προϊόν που διαφημίζεται, επενδύεται οπτικά από την ευχάριστη παρουσία κάποιου προσώπου επιτυχημένου, ελκυστικού, φιλικού, με κοινωνικό γόητρο και δύναμη, που ζει και λειτουργεί σ’ ένα ιδανικό, αποστειρωμένο και απομακρυσμένο από την πραγματικότητα περιβάλλον, δημιουργώντας έτσι μια εντελώς διαστρεβλωμένη εικόνα και αντίληψη στην παιδική ψυχή για το ποιόν της πραγματικότητας.
Μάλιστα, η πλύση εγκεφάλου συνεχίζεται μέσα από την προβολή εφήμερων συναισθημάτων ευχαρίστησης, άνεσης και απόλαυσης που ενδέχεται να δημιουργεί το εκάστοτε προβαλλόμενο προϊόν ή περιβάλλον αλληλεπίδρασης  ή ακόμα και πρότυπο διαπροσωπικών σχέσεων,  προτρέποντας έτσι το παιδικό και εφηβικό κοινό που αποτελεί και τον άμεσο αλλά και ευκολότερο, λόγω  ψυχικής και νοητικής ευπλαστότητας και ευαισθησίας,  στόχο,  να ταυτιστεί με το  προβαλλόμενο πρότυπο προκειμένου να βιώσει συναισθήματα και καταστάσεις παρόμοιες με αυτές που το πρότυπο βιώνει. Με τον τρόπο αυτό,  το παιδί οδηγείται σ’ ένα φαύλο κύκλο καταναλωτισμού και άκριτης μίμησης που κάθε άλλο παρά ευτυχία εσωτερική και συναισθηματική πληρότητα θα  του προσφέρει.
Βέβαια, κάποιος θα μπορούσε να ισχυριστεί πως από τη στιγμή που τα πρότυπα που παρουσιάζονται δεν εκδηλώνουν συμπεριφορές που βλάπτουν, όπως βία, επιθετικότητα, χρήση εθιστικών ουσιών, είναι   αποδεκτό να τα μιμηθούν. Τι συμβαίνει όμως σε αντίθετη περίπτωση; Αν δηλαδή στα προβαλλόμενα πρότυπα η βία, η επιθετικότητα και η χρήση εθιστικών ουσιών , όπως το κάπνισμα, το αλκοόλ και όχι μόνο,  αποτελεί πηγή ευχαρίστησης, άντλησης και επιβολής δύναμης και γοήτρου; Το παιδί καθημερινά γίνεται μάρτυρας βίαιων και επιθετικών συμπεριφορών που έρχονται σε αντίθεση ή ακόμα διαστρεβλώνουν τις αξίες που το οικογενειακό και σχολικό περιβάλλον προσπαθεί να εμφυσήσει. Ο υποχωρητικός και μη ερειστικός άνθρωπος είναι δυνατόν να θεωρηθεί δειλός, αντιθέτως παρατηρείται η ηρωοποίηση της επιθετικής και βίαιης συμπεριφοράς. Νικητής αναδεικνύεται ο «δυνατός» σε όλα τα επίπεδα, ακόμα και όταν χρησιμοποιεί βίαια μέσα συμπεριφοράς. Έτσι το παιδί μαθαίνει ότι μεγαλύτερη αξία και αποδοτικότητα έχει η βία από την ανεκτικότητα και η επίθεση από την ειρηνική διευθέτηση των διαφορών.
Για όλους τους παραπάνω λόγους τόσο ο εκπαιδευτικός όσο και οι γονείς σε συνεργασία, οφείλουν να μεθοδεύσουν τρόπους απόκτησης καλών τηλεοπτικών συνηθειών, βοηθώντας το παιδί να αναπτύξει κριτική και επιλεκτική ικανότητα.  Από την πλευρά του ο εκπαιδευτικός, οφείλει να συζητά με τους μαθητές του για τα θετικά στοιχεία της τηλεόρασης ως πηγής πληροφοριών και ταυτόχρονα να τους ασκεί στο να μπορούν να διασταυρώνουν τις παρεχόμενες πληροφορίες, να αξιολογούνται τα προβαλλόμενα πρότυπα και εν συνεχεία να τονίζονται να θετικά και αρνητικά τους σημεία. Είναι γεγονός ότι η νοητική διεργασία της ανάπτυξης κριτηρίου είναι από τις πιο «επίπονες» και χρονοβόρες και κατατάσσονται στις ανώτερες νοητικές λειτουργίες, όπως όλοι οι εκπαιδευτικοί γνωρίζουμε, όμως η επιτακτικότητα της  για την ορθή μίμηση προτύπων και την ανάπτυξη και υιοθέτηση υγειών συμπεριφορών από τα παιδιά δεν αφήνει περιθώρια κωλυσιεργίας και αναβλητικότητας από μέρους μας.
Από την άλλη, το γονεϊκό περιβάλλον οφείλει να ελέγχει το χρόνο παρακολούθησης τηλεοπτικών προγραμμάτων καθώς και την καταλληλότητά τους  και παράλληλα να παρωθεί το παιδί στην ενασχόληση με εναλλακτικές δραστηριότητες, περισσότερο εποικοδομητικές, ευχάριστες και πλήρεις σε κοινωνικό και ψυχοσυναισθηματικό επίπεδο που θα βοηθήσουν στην απόκτηση αμυνών έναντι των τηλεοπτικών μηνυμάτων. Έτσι θα δοθούν οι βάσεις και θα δημιουργηθούν τα θεμέλια ανάπτυξης μιας υγιούς και ισχυρής προσωπικότητας στην οποία η οποιαδήποτε άκριτη αποδοχή προτύπων δεν θα έχει καμία θέση.

Πέμπτη, 11 Νοεμβρίου 2010

Με όποιο δάσκαλο καθίσεις….

Ο μαθητής είναι το πλέον παιδικό επάγγελμα των ανεπτυγμένων κοινωνιών. Από τη στιγμή που η εκπαίδευση γενικεύτηκε και η φοίτηση έγινε υποχρεωτική , το παιδί περνά τα πιο κρίσιμα στάδια της ζωής του μέσα στο χώρο του σχολείου.  Όπως μέσα στην οικογένεια πρωταγωνιστές και πρότυπα προς μίμηση για το παιδί είναι οι γονείς του , έτσι και στο σχολείο, ο δάσκαλος λειτουργεί ως μια καθοδηγητική δύναμη στη ζωή του μαθητή. Ασκεί βαθιά επιρροή στη ζωή του και κατευθύνει ως ένα μεγάλο βαθμό την μελλοντική πορεία της ζωής του. Και πράγματι, δεν θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε ότι ένα μεγάλο μέρος της ζωής των παιδιών περιστρέφεται γύρω από αυτόν.  Ο δάσκαλός αποτελεί το πρότυπο εκείνο που με τη στάση και τη συμπεριφορά του θα επηρεάσει καταλυτικά το χαρακτήρα, την ψυχοσύνθεση, την αυτοεικόνα και αυτοαντίληψη του παιδιού και ταυτόχρονα θα συμβάλλει στη μετάδοση μορφών και τρόπων εργασίας και συνεργασίας καθώς και ανάλογων μορφών συμπεριφοράς.
Απ’ τη στιγμή που ξεκινά το «ταξίδι» της εκπαίδευσης,  ο μαθητής έρχεται  αντιμέτωπος με μια πλειάδα  διαφορετικών τύπων εκπαιδευτικών απ’ τους οποίους, κάποιους αντιπαθεί και απορρίπτει, άλλους απλώς τους δέχεται χωρίς να τον εντυπωσιάζουν και  άλλους τους εξιδανικεύει, γιατί η επιρροή που ασκούν πάνω του είναι ομολογουμένως καταλυτική στη διαμόρφωση της προσωπικότητάς του. Στις παρακάτω γραμμές αναφέρονται τρεις βασικοί τύποι δασκάλων που συναντώνται στο χώρο της εκπαίδευσης γενικότερα καθώς και η επίδραση που ασκείται στο μαθητή από την εκάστοτε συμπεριφορά των πρώτων.
Αυταρχικοί εκπαιδευτικοί που κατευθύνουν και καθορίζουν μόνοι τους το σχεδιασμό και την υλοποίηση της εκπαιδευτικής διαδικασίας , δεν επικοινωνούν με τους μαθητές, δε δείχνουν κατανόηση, είναι ευέξαπτοι χωρίς υπομονή, εξοργίζονται εύκολα και χρησιμοποιούν με μεγάλη ευκολία το σύστημα ποινών, διδάσκουν στους μαθητές την επιθετικότητα και την αυταρχική συμπεριφορά. Δεν είναι καθόλου τυχαίο  το γεγονός της αυξημένης ενδοταξικής ή ενδοσχολικής βίας από μαθητές που καθημερινά βιώνουν την απορριπτική αυταρχικότητα του δασκάλου τους. Συνήθως από αυτή την κατηγορία εκπαιδευτικών,  παρατηρείται και η επιεικώς απαράδεκτη συμπεριφορά να απομονώνουν αδύνατους , κατά τη γνώμη τους , μαθητές στα τελευταία θρανία και να τους εγκαταλείπουν εκεί αγνοούμενους , χωρίς να τους προσφέρουν το παραμικρό κίνητρο συμμετοχής στις σχολικές δραστηριότητες. Απευθύνονται σε αυτούς μόνο για να τους επιπλήξουν με αποτέλεσμα μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα οι τελευταίοι να αντιλαμβάνονται που τους έχει κατατάξει ο δάσκαλος και αν και επιθυμούν την επαφή μαζί του, διστάζουν να την αναζητήσουν φοβούμενοι την απόρριψη.
Αντιθέτως, υπερβολικά χαλαροί εκπαιδευτικοί που αφήνουν την τάξη «πλοίο ακυβέρνητο» προσφέροντας πλήρη ελευθερία στις κινήσεις και αποφάσεις των μαθητών , που δεν αξιολογούν αλλά αρκούνται στο να δίνουν απαντήσεις στις ερωτήσεις των μαθητών , διδάσκουν την αναρχία, την παθητικότητα και φυσικά την αδιάφορη συμπεριφορά.  Σε μια τέτοια τάξη απουσιάζει η δημιουργική αλληλεπίδραση μεταξύ των πρωταγωνιστών της εκπαιδευτικής διαδικασίας και καθώς ο ίδιος ο μαθητής αναλαμβάνει ηγετικό ρόλο , οδηγείται σε συνεχείς αποτυχίες που μειώνουν την αποδοτικότητα αλλά και την αυτοπεποίθηση του.
Πολλοί εκπαιδευτικοί τείνουν να συγχέουν ή να θεωρούν παραλλαγή της αδιάφορης συμπεριφοράς, τη δημοκρατική. Ίσως υιοθετούν τη στάση αυτή επειδή είναι βολική. Η μεν αδιάφορη συμπεριφορά θέλει το δάσκαλο να αδρανεί και να αναλαμβάνει ηγετικό ρόλο ο μαθητής, η δε δημοκρατική απαιτεί από τον εκπαιδευτικό να βρίσκεται σε διαρκή επαγρύπνηση και εγρήγορση , να συντονίζει , να παρωθεί, να παρέχει κίνητρα μάθησης και επιτυχίας, αλλά ταυτόχρονα να ασκεί  εποικοδομητική κριτική στην εργασία του μαθητή δημιουργώντας έτσι ένα κλίμα φιλικό, ευχάριστο και αναμφισβήτητα δημιουργικό.  
Είναι επίσης γνωστό ότι ο δάσκαλος δεν αντιμετωπίζει όλους τους μαθητές με τον ίδιο τρόπο, αλλά διαφοροποιεί την συμπεριφορά του κατά περίπτωση. Βασισμένος στις προσωπικές του εμπειρίες αλλά και σε δεδομένα του μαθητή , που δεν είναι πάντα αντικειμενικά , διαμορφώνει μία γνώμη η οποία ρυθμίζει τη συμπεριφορά του απέναντί του. Οι προσδοκίες που τρέφει ο δάσκαλος για τους μαθητές, μετατρέπονται τελικά σε μια αυτοεκπληρούμενη πρόγνωση, πραγματική προφητεία που μπορεί να δημιουργήσει άριστους μαθητές με κίνητρα μάθησης και επιτυχίας όπως επίσης και αδύναμους και μάλλον περιθωριοποιημένους μαθητές με χαμηλό αυτόσυναίσθημα και έλλειψη αξιοσύνης.
Μπορεί λοιπόν κανείς να αντιληφθεί από όλα τα παραπάνω ότι ο τύπος του δασκάλου ασκεί καθοριστική επίδραση στη ζωή του παιδιού ως πρότυπο συμπεριφοράς  και κοινωνικής αλληλεπίδρασης. Η σωστή παιδαγωγική σχέση εξάλλου είναι μια σχέση αμοιβαιότητας που πρέπει να θεμελιώνεται στην αγάπη του παιδαγωγού προς το παιδί από τη μία μεριά και στην εμπιστοσύνη του παιδιού προς το δάσκαλο από την άλλη και αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνο όταν ο μαθητής αισθανθεί το πραγματικό ενδιαφέρον του εκπαιδευτικού.  Στο δάσκαλο φτάνουν παιδιά από όλα τα κοινωνικά στρώματα και η διαφορετικότητα που διακρίνει καθένα από αυτά είναι αναντίρρητα υπαρκτή και εμφανής. Τα παιδιά αυτά, με τις τόσο δυσανάλογες προϋποθέσεις και αφετηρίες  διαφορετικών κοινωνικοοικονομικών στρωμάτων, μορφωτικού δυναμικού και γλωσσικού ακόμα κώδικα, πρέπει να οδηγηθούν στην εκπλήρωση του ίδιου σκοπού που δεν είναι άλλος από την προετοιμασία για την ίδια τη ζωή. Έχοντας υπόψη του ο δάσκαλος ότι μορφώθηκε στο παρελθόν για να μορφώσει στο παρόν και να παρέχει μόρφωση για το μέλλον, προβάλλεται επιτακτική η ανάγκη για εμβάθυνση στον ψυχοπαιδαγωγικό τομέα, ώστε να γίνει ικανός να εκτιμήσει σωστά την ιδιαίτερη κατάσταση και ιδιορρυθμία της προσωπικότητας κάθε παιδιού και να το αντιμετωπίσει με ψυχική συμπάθεια και επιστημονική σταθερότητα.
.
Ενδεικτική Βιβλιογραφία:
Πυργιωτάκη Ιωάννη Ε. «Εισαγωγή στην παιδαγωγική επιστήμη», εκδ. Ελληνικά Γράμματα, 1999
Πυργιωτάκη Ιωάννη Ε. « Η κοινωνιολογία της εκπαίδευσης», εκδ. Γρηγόρη, 1998